γελοιώδης

γελοιώδης
masc/fem acc pl (attic epic doric)
γελοιώδης
masc/fem nom/voc pl (doric aeolic)
γελοιώδης
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γελοιώδης — γελοιώδης, ες (Μ) [γελοίος] γελοίος …   Dictionary of Greek

  • γελοιωδέστερον — γελοιώδης adverbial comp γελοιώδης masc acc comp sg γελοιώδης neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιώδει — γελοιώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γελοιώδης masc/fem/neut dat sg γελοιώδεϊ , γελοιώδης dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιώδη — γελοιώδης neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γελοιώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γελοιώδης masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιωδέστατα — γελοιώδης adverbial superl γελοιώδης neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιωδέστατον — γελοιώδης masc acc superl sg γελοιώδης neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιῶδες — γελοιώδης masc/fem voc sg γελοιώδης neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιώδεις — γελοιώδης masc/fem acc pl γελοιώδης masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιωδῶς — γελοιώδης adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιώδεσι — γελοιώδης masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.